Η τιμή ενός άντρα Με μπαλωμένο παντελόνι πήγε να την γυρέψει ο Σίμος. Μ’ένα μπάλωμα από της γιαγιάς του την καρό ποδιά που είχε χοντρό

ο φωτεινό ρολόι στο ταμπλό έδειχνε 2:14 τα ξημερώματα όταν το όχημα σταμάτησε απότομα. Το απότομο φρενάρισμα πέταξε το κεφάλι μου μπροστά, όμως ο οξύς

Νόμιζα ότι οι γονείς μου είχαν ακυρώσει τη δεξίωση των αρραβώνων μου επειδή η οικονομική μας κατάσταση ήταν δύσκολη. Αργότερα ανακάλυψα ότι ακριβώς το ίδιο

—Τι, πάλι με λες γιαγιά; Μόνο πενήντα κι άπτερά μου έμειναν — μουρμούριζε η Μαρία, τοποθετώντας στο τραπέζι ένα μπολ σούπας και ένα καλάθι με

— Έλα, εσύ δεν ξεχωρίζεις το αγγούρι από το δυόσμο παρά από την ετικέτα στο σούπερ μάρκετ! Και τα φρούτα τα είδες μόνο σε μαρμελάδα!